Καλαρρύτες και Συρράκο: Τα Δίδυμα χωριά στις πλαγιές του όρους Λάκμος

Χρόνος ανάγνωσης: 10 λεπτά
Kalarites 27
Υποκύψαμε στον πειρασμό των όμορφων φωτογραφιών και των πληροφοριών που ήθελαν τα δύο χωριά -χτισμένα στις πλαγιές του όρους Λάκμος- να αναβιώνουν την παράδοση και την οικιστική τους αρχιτεκτονική. Εκμεταλλευτήκαμε την ευκαιρία να οδηγήσουμε στο υψηλότερο ασφαλτοστρωμένο οδικό πέρασμα στη χώρας στον Αυχένα του Μπάρου (συνδέει οδικώς τη Θεσσαλία με την Ήπειρο) με ορισμένα τμήματα να ξεπερνούν τα 1.900 μέτρα υψόμετρο και βάλαμε μπρος με τα παιδιά για ένα ταξίδι γεμάτο περιπέτεια στη φύση.

Έχοντας εντρυφήσει στα παραδοσιακά Ζαγοροχώρια ή στη φήμη του Μετσόβου πολλάκις, είπαμε να εξερευνήσουμε και μία πλευρά της Πίνδου η οποία γνωρίζει τα τελευταία χρόνια μεγάλη τουριστική ανάπτυξη και φαίνεται πως κρατά τους νέους κοντά της.

Γνωρίστε μαζί μας τα χωριά Καλαρρύτες και Συρράκο

Οδηγώντας πάνω στην Εγνατία οδό, η επιλογή μας για μία πιο περιπετειώδη διαδρομή, μας έβγαλε στην έξοδο για Ανήλιο. Ο πιο ορεινός ασφαλτόδρομος της Ελλάδας ήταν γεμάτος εκπλήξεις αφού την ήπια ανηφόρα διαδέχθηκαν οι περισσότερες στροφές αλλά και οι… χιονισμένες πλαγιές του Μαΐου! Στα πιο ψηλά σημεία το χιόνι κάλυπτε ακόμα την άσφαλτο αλλά επέτρεπε τη διέλευση στη μία λωρίδα. Έτσι δεν αναγκαστήκαμε να γυρίσουμε πίσω, ενώ γίναμε και οι κοινωνοί των καλών νέων για την κατάσταση του δρόμου, τις οποίες θα μεταφέραμε στους ντόπιους που θα συναντούσαμε οσονούπω.

«Καλά βρε μπαμπά, που έκλεισες ξενοδοχείο» ακούστηκε από το στόμα της 7χρονης Ευδοκίας, φράση που έχει μείνει στις «αμίμητες» ατάκες της οικογένειας, ειδικότερα όταν η διαδρομή δεν οδηγεί σύντομα στον προορισμό… Δύο ώρες μετά την έξοδο της Εγνατίας οδού και έχοντας καταγράψει μία διαδρομή με χαρακτηριστικά άγριας ομορφιάς και αφοπλιστικής θέας προς τις κορυφές Περιστέρι και Κακαρδίτσα, φτάσαμε στην είσοδο του χωριού Καλαρρύτες.

Τα σώματά μας ένιωσαν μεγάλη ανακούφιση βγαίνοντας από το αυτοκίνητο. Περπατήσαμε για πρώτη φορά στα πέτρινα μονοπάτια του χωριού, δίπλα στα άλογα και τα γαϊδουράκια της φάρμας που περίμεναν να φορτωθούν για να μεταφέρουν τα απαραίτητα προϊόντα στο χωριό. Κατηφορίζοντας απότομα ο σκύλος του κυρίου Ναπολέοντα μας υποδέχθηκε και μας συνόδευσε μέχρι την πλατεία του και το ιστορικό του καφενείο-ξενώνα από το 1840.

Οι Καλαρρύτες, χτισμένοι σε υψόμετρο 1.120 μέτρων, ξεχωρίζουν για την όμορφη αρχιτεκτονική τους που θυμίζει εκείνη των Ζαγοροχωρίων. Τα χαρακτηριστικά του χωριού είναι απαράμιλλα: Έχει μεγάλη παράδοση στην αργυροχρυσοχοΐα και το φημισμένο μονοπάτι που ενώνει με το Συρράκο προσελκύει χιλιάδες περιπατητές. Βέβαια εκείνο που ξεχωρίζει ως προορισμός είναι το θρυλικό καφενείο-προορισμό  του Ναπολέοντος Ζαγκλή. Ο ίδιος βρήκε την Χαμένη Ατλαντίδα του το 1990 όταν από στέλεχος πολυεθνικής αποφάσισε να «αποχωριστεί» όπως λέμε, «τα εγκόσμια» και να βρει το λιμάνι του στο… βουνό. Μαζί με την αξιαγάπητη σύζυγό του, αποφάσισαν να κρατήσουν το καφενείο του προπάππου του Ναπολέοντος Ζαγκλή, το οποίο από το 1840 δεν είχε κλείσει ποτέ.

Το παντοπωλείο, εστιατόριο και… κέντρο διερχομένων του Ναπολέοντα

Ο Ναπολέων, ο νεότερος (!) κράτησε σχεδόν όλα τα χαρακτηριστικά του καφενείου, το οποίο λειτουργεί και ως μπακάλικο με όλα τα καλούδια επάνω στα ρουστίκ ράφια, ενώ διαθέτει και κουζίνα με νόστιμα μαγειρευτά από τα χεράκια της γυναίκας του. Η επιχείρηση διαθέτει και έναν μικρό και άκρως συμπαθητικό ξενώνα με παραδοσιακή διακόσμηση και ζεστασιά, και κρεβάτια όπως εκείνα του παππού και της γιαγιάς… στο χωριό. Γεμάτοι όρεξη κάναμε την πρώτη μας γευσιγνωσία με την παραδοσιακή κουζίνα της κυρίας Λαμπρινής, συστηθήκαμε με τον κ. Ναπολέοντα και την παρέα του, ταΐσαμε τις καρδερίνες και τα καναρίνια στα κλουβάκια τους και κουρασμένοι από το πολύωρο ταξίδι περπατήσαμε υπό το φως του φεγγαριού προς το δωμάτιο.

Το επόμενο πρωί ο ήλιος έλαμπε όσο τίποτε άλλο. Είχαμε ξεκουραστεί καθώς το καλό κλίμα του βουνού πάντα βοηθά στον ύπνο. Ο καθαρός αέρας άδειαζε ακόμα περισσότερο το μυαλό. Κατεβαίνοντας το καλντερίμι οι ανάσες οξυγόνωναν τα πνευμόνια σαν βάλσαμο στον οργανισμό. Οι τετράποδοι φίλοι του χωριού ξεπρόβαλλαν από τις γωνιές των στενών και μας συνόδευσαν μέχρι το πρωινό, στου Ναπολέοντα, στην αυλή του μαγαζιού μπροστά στην πλατεία του χωριού. Εκεί η κυρία Λαμπρινή μας ετοίμασε με τους δικούς της ρυθμούς του χωριού και του βουνού το πλούσιο πρωινό γεμάτο με φρέσκα αυγά, σπιτικές μαρμελάδες, ηπειρώτικα τυριά και κασέρια, ενώ άφησε την έκπληξη για την ανοιχτή τυρόπιτά της στο επόμενο πρωινό…

Η οικειότητα που σου επιτρέπει να αναπτύξεις ο κ. Ναπολέοντας σε κάνει να νιώθεις σαν να ζεις χρόνια εκεί. Οι ιστορίες για τη ζωή του και τις επιλογές του αλλά και η αδυναμία στο παιδί και την εγγόνα του, τη συνονόματη Λαμπρινή κυριάρχησαν στην πρωινή κουβέντα καθώς και ‘μεις βρεθήκαμε στα 1.170 μ. ύψος, οικογενειακώς!

Είχαμε λάβει τις σωστές πληροφορίες για το μονοπάτι που συνδέει τα δίδυμα αρχοντοχώρια και με προμήθειες φαγητού και νερού, καπέλα και διάθεση για πεζοπορία ξεκινήσαμε ουσιαστικά από την πλαγιά Πουλιάνα κατηφορίζοντας προς το Φαράγγι Χρούσια, γνωστό και ως Φαράγγι Σταυραετού, και τον ποταμό Χρούσια, ο οποίος στους χάρτες αναφέρεται και ως Καλαρρύτικο ρέμα.

Πρόκειται για ένα από τα πιο όμορφα, άγρια και απάτητα σε πολλά σημεία του, φαράγγια, που ενώνει δύο μεγαλόπρεπους  ορεινούς όγκους στην καρδιά της Πίνδου. Η διαδρομή 8 χλμ διαρκεί περίπου 3 ώρες και είναι αρκετά βατή για τα παιδιά. Την άνοιξη, περίοδο που επισκεφθήκαμε την περιοχή, η πυκνή βλάστηση από βελανιδιές, πικροκαστανιές, αγριοκερασιές, πλατάνια, φουντουκιές και φλαμουριές δεν εμποδίζει ιδιαίτερα τη μετακίνηση. Το διάλειμμα στην κοίτη του ποταμού για δροσιά και ξεκούραση είναι απαραίτητο και η συνέχεια της ανάβασης προς το Συρράκο δίνει την ευκαιρία για σκέψη και τροφή για συζήτηση σχετικά με τις εμπορικές διαδρομές των καραβανιών, για τους δρόμους που οδηγούσαν στον κόσμο της Ανατολής και της Δύσης εκεί που οι Ηπειρώτες έμποροι μετέφεραν το μυρωδάτο καπνό και τα μοναδικά υφαντά του Συρράκου και των Καλαρρύτων.

Συρράκο: Ένας από τους παλαιότερους χαρακτηρισμένους παραδοσιακούς οικισμούς της Ελλάδας

Η είσοδός μας στο χωριό έγινε μέσα από το βουνό. Στα μάτια μας το Συρράκο θαρρείς και κρεμόταν από την πλαγιά του όρου Λάκμος για να θωρεί χρυσαετούς, τις γερακίνες, τους πετρίτες, τα ξεφτέρια και τα σαΐνια.

Αφού πήραμε μερικές βαθιές ανάσες μέχρι την τελική άφιξή μας στην πλατεία του χωριού, φτάσαμε στο παραδοσιακό, με ηπειρώτικη αρχιτεκτονική, Συρράκο. Το χωρίο αποτελεί την πατρίδα πολλών επιφανών ανδρών, ευεργετών, πολιτικών, καλλιτεχνών, εμπόρων, μεταξύ των οποίων ο πρωθυπουργός Ι. Κωλέττης και ο ποιητής-πεζογράφος Κ. Κρυστάλλης. Από τα γραφικότερα σημεία του χωριού τα πέτρινα αρχοντικά και στενά καλντερίμια, πολλές βρύσες, πηγές και νερόμυλοι, δύο τοξωτά γεφύρια στην είσοδο, οι Ι.Ν. Αγ. Νικολάου και Αγ. Αποστόλων, τα λαογραφικά μουσεία Κ. Αυδίκου και Κ. Κρυστάλλη.

Ο νέος ιδιοκτήτης της ταβέρνας στο κέντρο του χωριού μας καλωσόρισε και, ως ο σωτήρας της πείνας μας, μας έστρωσε τραπέζι για να φάμε με ό,τι καλό ψητό διέθετε. Ο ίδιος δεν θέλησε να αφήσει τον τόπο του και μαζί με τη γυναίκα και τα παιδιά παραμένει πιστός στην παράδοση και την ιστορία του Συρράκου, επενδύοντας στην τουριστική ανάπτυξη προκειμένου το χωριό να έχει πάντα ζωή.

Λαογραφικό Μουσείο ποιητή Κρυστάλλη

Οι πληροφορίες για τον ηπειρώτη ποιητή και πεζογράφο στα τέλη του 19ου αιώνα υπήρχαν στο αρχείο του μυαλού του Ζήση αρκετά χρόνια πριν, από την απόγονο του Κώστα Κρυστάλλη, Άννα Κρυστάλλη. Η ίδια βοηθά απ’ όποιο μέρος της γης κι αν βρίσκεται στην ανάπτυξη του Συρράκου, με διοργάνωση καλοκαιρινών φεστιβάλ στοχεύοντας στην ενίσχυση των τοπικών επιχειρήσεων. Γνωρίζοντας λοιπόν το δραστήριο πνεύμα της έπρεπε να γνωρίσουμε και το αντίστοιχο πνεύμα που διέθετε ο προπάππους της… Η Άννα έχει συμβάλλει ώστε το πατρικό σπίτι του ποιητή Κώστα Κρυστάλλη (1868-1894) να λειτουργεί σήμερα ως λαογραφικό μουσείο και βιβλιοθήκη. Εκτός από τα προσωπικά αντικείμενα του ποιητή και άλλα εκθέματα παρουσιάζονται στις υποδομές του μουσείου όπως τα μέσα παραγωγής της οικιακής τυροκομίας και υφαντουργίας.

Ο Κώστας, ξεναγός – κάτοικος του Συρράκου περίμενε στο σπίτι – μουσείο για να μας γυρίσει πολλά χρόνια πίσω στο παρελθόν τόσο του τόπου όσο και της Ελλάδας. Με τον κατανοητό και απολαυστικό του λόγο κατάφερε να κερδίσει το ενδιαφέρον των παιδιών που ζητούσαν να μάθουν περισσότερες λεπτομέρειες για τη ζωή των κατοίκων, τη βιβλιοθήκη, τα αντικείμενα της οικογένειας Κρυστάλλη και για τα εκθέματα των άλλων Συρρακιωτών. Ολοκληρώσαμε την ξενάγηση αγοράζοντας τις παραδοσιακές γκλίτσες, τις οποίες χρησιμοποιήσαμε κατευθείαν στα λιθόστρωτα δρομάκια του Συρράκου. Επισκεφθήκαμε την παραδοσιακή πετρόχτιστη βρύση στο κέντρο του χωριού και τις εκκλησιές του Συρράκου, καθώς στην περιοχή το έντονο θρησκευτικό συναίσθημα, η ευπορία και η πίστη στον τόπο των πολυταξιδεμένων Συρρακιωτών εμπόρων, εκφράζεται μέσα από μια πληθώρα εκκλησιαστικών μνημείων. Τα μεγάλα καμπαναριά, το ξυλόγλυπτο τέμπλο του Αγίου Νικολάου, ο χρυσοκέντητος επιτάφιος που έφτασε ως εδώ από την Οδησσό της Ρωσίας, είναι μερικά από αυτά που θαυμάσαμε.

Η επιστροφή στους Καλαρρύτες έγινε με περιγραφές για όσα είχαμε δει. Η επόμενη μέρα επιφύλασσε ακόμα καλύτερες εικόνες και… γεύσεις, ξεκινώντας από την πρωινή, αχνιστή, ανοιχτή τυρόπιτα της κυρίας Λαμπρινής. Αμέσως ζήτησα τη συνταγή. «Όλα ένα, μισό κιλό τυρί κι αλεύρι όσο πάρει…» και το μυστικό της επιτυχίας είχε δοθεί. Ειλικρινά από τότε έως σήμερα η συγκεκριμένη συνταγή «δικαιώνει» όταν οι πεινασμένοι επισκέπτες μας έρχονται απροειδοποίητα στο σπίτι!

Ημέρα Κυριακή και η καμπάνα της εκκλησίας του Αγ. Νικολάου είχε χτυπήσει καλώντας τους πιστούς στη λειτουργία της Κυριακής. Η πλατεία των Καλαρρυτών ετοιμαζόταν να υποδεχθεί τους επισκέπτες της «αργίας του Θεού». Ο δρόμος μέσα από τα καλντερίμια μας οδήγησε ανάμεσα από σπίτια και μπαξέδες, στο προαύλιο της εκκλησίας. Ο ναός αυτός ταιριάζει απόλυτα σ’ έναν παραδοσιακό οικισμό σαν τους Καλαρρύτες, που έχουν φανερές και αφανέρωτες χάρες, παραπέμποντας με τα λιθόστρωτα καλντερίμια, τα πέτρινα αρχοντικά και τα πολλά νερά, τα οποία ρέουν ασταμάτητα, σε αλλοτινούς καιρούς. Τότε, που το χωριό είχε 3000 κατοίκους και πολλοί από αυτούς ταξίδευαν με τα εμπορεύματά τους σε μέρη μακρινά. Ακόμη και πέρα από τη θάλασσα.

Η ιστορία των Καλαρρυτών εξάλλου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το εμπόριο και την αργυροχρυσοχοϊα στα Βαλκάνια. Το χωριό υπήρξε η πατρίδα του Έλληνα κοσμηματοπώλη, Σωτήρη Βούλγαρη, ιδρυτή του διεθνούς φήμης ιταλικού οίκου, συνώνυμου της πολυτέλειας και της φινέτσας, Bulgari. Η πορεία και η εξέλιξη της αργυροχρυσοχοϊας στην περιοχή παρουσιάζεται στο Μουσείο Καλαρρυτινής Αργυροτεχνίας. Στο χωριό κάποτε αντηχούσαν τα χτυπήματα του σφυριού στο αμόνι και οι Καλαρρυτινοί ασημιτζήδες, ακολουθώντας τους συγχωριανούς τους πλανόδιους εμπόρους κτηνοτροφικών προϊόντων, άρχισαν να διαθέτουν τα έργα των χεριών τους στους εμπορικούς δρόμους του εξωτερικού, στην Τεργέστη, στο Λιβόρνο, στη Μόσχα, στη Βιέννη και στην Αίγυπτο… Σήμερα μπορεί να δει κανείς τα εργαλεία, τα μηχανήματα και τις τεχνικές και να αγοράσει κάποια από τα περίφημα παραδοσιακά αργυρά.

Η πλατεία είχε γεμίσει από ντόπιους και Γιαννιώτες, ωστόσο η ώρα για την αναχώρηση προς την Μονή Κηπίνας είχε φτάσει. Αποχαιρετήσαμε τον κ. Ναπολέοντα, τη κα Λαμπρινή και τις κυρίες του μουσείου που μας ξενάγησαν και κατευθυνθήκαμε προς το θρυλικό καστρομονάστηρο του 14ου αιώνα. Η εντυπωσιακή και σπάνιας ομορφιάς, λόγω της θέσης της, Μονή Κηπίνας, είναι χτισμένη μέσα σε έναν απόκρημνο βράχο. Η ίδρυσή του μοναστηριού ανάγεται στο 1349, ίσως και παλιότερα. Το 1817 πέρασε από τα γεωγραφικά όρια της κωμόπολης Συρράκου στους Καλαρρύτες, αφού οι Συρρακιώτες σε αντίθεση με τους Καλαρρυτινούς δεν έδωσαν κοπέλα για το χαρέμι του τύραννου Αλή Πασά. Η θέση και η φύση του μνημείου, καθιστούσαν το μοναστήρι απροσπέλαστο και ένα από τα λίγα που δεν καταστράφηκε από ληστρικές επιδρομές.

Για να την επισκεφθεί κανείς πρέπει να φτάσει με το αυτοκίνητό του ως τη βάση του βράχου. Από εκεί ένα μονοπάτι σκαλισμένο στον βράχο οδηγεί στη Μονή. Μετά το μονοπάτι η κινητή κρεμαστή γέφυρα την οποία σήκωναν οι μοναχοί για να αποκόπτουν την πρόσβαση επιτρέπει να προσεγγίσει κανείς την είσοδο της Μονής. Ο μικρός ναός είναι κατάγραφος με αγιογραφίες πιθανόν του 17ου αιώνα. Το ρόλο της στέγης παίζει ο συμπαγής βράχος που έχει λαξευτεί και σχηματίζει θόλο. Το καθολικό έχει ως στέγη, επίσης, τον φυσικό βράχο. Το επιχρυσωμένο ξύλινο τέμπλο και οι εικόνες του Ιωάννη από τη Σαγιάδα είναι έργα του 18ου αιώνα. Τα κελιά δημιουργούν εξαιρετικό αρχιτεκτονικό συγκρότημα δύο επιπέδων, απόλυτα εναρμονισμένο με τον βράχο. Υποκλιθήκαμε στην καθηλωτική ομορφιά και επιβλητικότητα του μοναστηριού και συνεχίσαμε λίγο νοτιότερα για το Σπήλαιο της Ανεμότρυπας.

Σε απόσταση τριών χιλιομέτρων από τα Πράμαντα (το μεγαλύτερο σε πληθυσμό χωριό των Δ. Τζουμέρκων), σε υψόμετρο 900 μέτρων το Σπήλαιο της Ανεμότρυπας διαθέτει μοναδικά σμιλευμένους χρωματιστούς σταλαγμίτες και τρεις λιμνούλες σε αποχρώσεις του γκρι, του ορείχαλκου και του άσπρου, που έχουν σχηματιστεί και με την πάροδο των χρόνων, συνθέτουν ένα ονειρικό περιβάλλον φανταστικών προσώπων και αρχιτεκτονικών αριστουργημάτων. Η ανακάλυψη του το 1960 από τους δύο νέους της εποχής, τον Αποστόλη Λάμπρη και τον Γεώργιο Κ. Καρακώστα συνεχίστηκε με την μελέτη και εξερεύνηση τμήματος του σπηλαίου μήκους 270 μέτρων περίπου, το οποίο αξιοποιήθηκε το 2000.

Αμέσως μετά την είσοδο του σπηλαίου ο διάδρομος οδηγεί στον Πρώτο Θάλαμο μήκους 17 μ. διακοσμημένο με όμορφους σταλακτίτες που φτάνουν ως το δάπεδο. Η σκάλα οδηγεί από τον στολισμένο στενό διάδρομο με ύψος 6 μ. και διάκοσμο από σχηματισμούς λαμπάδων, τον Καταρράκτη και την Γκρίζα Λιμνούλα.  Η διπλή σκάλα στη συνέχεια οδηγεί στη Λευκή Λίμνη, πίσω από σειρά σταλαγμιτών. Ακολουθούν τα 52 μ. του Διαδρόμου του Πλούτου με τον πιο εντυπωσιακό πολύχρωμο στολισμό. Ο διάδρομος οδηγεί στην Κόκκινη Λίμνη, όπου κλιμακωτές λεκάνες δέχονται τα τρεχούμενα νερά της μαζί με «στολίδια» σταλακτιτών που δημιουργούν ένα μοναδικό θέαμα. Στη συνέχεια διανοίγεται κατηφορικός διάδρομος, προς το προσιτό τμήμα του σπηλαίου απ’ όπου ακούγεται στο βάθος η βοή του νερού του ποταμού.

Οι «ψηλοί» Δίδυμοι Καταρράκτες των Τζουμέρκων

Διανύοντας απόσταση 19,5 χλμ. νοτιότερα, περάσαμε στον νομό Άρτας. Κατευθυνθήκαμε προς το χωριό Καταρράκτης και σε 7 χλμ βρεθήκαμε μπροστά σε ένα μοναδικό θέαμα: Στους ξεχωριστούς Δίδυμους Καταρράκτες των Αθαναμανικών βουνών. Σε υψόμετρο 1.360 μέτρων, οι καταρράκτες κατεβάζουν ορμητικά τα νερά τους και θεωρούνται οι ψηλότεροι της Ελλάδας, με τον πρώτο να έχει ύψος 87 μέτρων και τον δεύτερο να αγγίζει τα 100 μέτρα.

Η περιοχή έχει διαμορφωθεί ανάλογα για να προσεγγίσει κανείς τους καταρράκτες με ασφάλεια και να… δροσιστεί τους καλοκαιρινούς μήνες. Αντιθέτως τον χειμώνα παρατηρείται συχνά το φαινόμενο οι καταρράκτες να παγώνουν!

Διασχίσαμε την πλακόστρωτη διαδρομή και τα γεφυράκια, απολαμβάνοντας το μοναδικό θέαμα και την αίσθηση της δύναμης ροής των δίδυμων καταρρακτών η οποία προσθέτει στο τοπίο τη δική του γοητεία. Τα νερά είναι πολλά και επιβλητικά. Όπως και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, τα νερά τείνουν να είναι περισσότερα τον χειμώνα και να λιγοστεύουν το καλοκαίρι. Μετά το εντυπωσιακό τους «γκρέμισμα», ακολουθούν οφιοειδή πορεία για περίπου 10 χιλιόμετρα, καταλήγοντας τελικά στον ποταμό Άραχθο.

Το υδάτινο θέαμα συμπλήρωσε τον κύκλο ενός ταξιδιού με πρωταγωνιστές την παράδοση, την τέχνη, την πλούσια φύση και φυσικά το νερό. Υποσχεθήκαμε ότι θα επιστρέψουμε ξανά για να εξερευνήσουμε ακόμα περισσότερο τα βουνά της Ηπείρου και να «βρούμε την υγειά μας». Όπως άλλωστε λένε οι Ηπειρώτες «Η γειά με κάνει και χαίρομαι, η γειά και καμαρώνω».

Share the Post:

Related Posts

Skopelos 1

Σκόπελος – Η Αρχοντική

Όταν η «χωρική προέκταση» των διακοπών μας στο Πήλιο, αποφασίστηκε να γίνει λίγα ναυτικά μίλια μακριά, βρεθήκαμε σε ένα διαμάντι

Read More